
Είσαι ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ και κοιτάζεις το ταβάνι. Στην αρχή το βρίσκεις καλό σπορ και πολύ αποδοτικό. Ξεχνάς τα πάντα. Μετά απο λίγη ώρα ηρεμίας το ταβάνι αρχίζει να μοιάζει με πανί θερινού κινηματογράφου. Θυμάσαι τα πάντα. Αρχίζουν να περνούν απο μπροστά σου σε εκείνο το πανί στιγμιότυπα της ζωής σου που δεν θέλεις να θυμάσαι και άλλα που φρόντισες επιμελώς να κρύψεις σε μια γωνίτσα του μυαλού σου για να μην τα ξεχνάς ποτέ και να τα ανασύρεις κάθε φορά που τα χρειάζεσαι, που τα έχεις ανάγκη. Θυμάσαι και σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι και θυμάσαι.. Κακές και καλές. Στιγμούλες της ζωής σου που φύγανε και δεν γυρνάνε πίσω μα εσυ τις έχεις, εκεί.. στη γωνίτσα. Και ήρθε η ώρα τους να τις ξαναθυμηθείς. Έτσι ρε παιδί μου για να γλυκάνει λίγο η ψυχή σου. Και πάνω στο πιο όμορφο κομμάτι σου, εκεί που έχεις γίνει merenda και αρχίζεις να χύνεσαι απο τον καναπέ, εκεί που τα μάτια του ξεπροβάλλουν μπροστά σου σε extra large μέγεθος να σε κοιτάνε με μια γλύκα, μα μια γλύκα αδελφούλα μου, και θέλεις να γίνεις ξανά το κοριτσάκι του, εκείνο που του έπαιρνε σοκολατίτσες και το αγκάλιαζε γλυκά και σχεδόν το καταφέρνεις να το νιώσεις, σχεδόν τον νιώθεις να σ'αγκαλιάζει...
ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ. !
Και ξαφνικά θυμάσαι : (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά)
Οτι ρε pousti μου εσύ δε ζείς σε σπίτι, σε κοινόβιο ζείς.
Ότι σ'αυτην την κwloπολυκατοικία όλο και καποιος βρίσκεται να σου χτυπήσει το κουδούνι (μη ρωτήσετε γιατί, απλά δεν υπάρχει απάντηση).
Ότι στα 36 σου χρόνια (καλά ντε ! σχεδόν 37) δεν έχεις καταφέρει ακόμη να βάλεις σε μια τάξη τη ζωή σου έτσι ώστε να έχεις μισή ώρα για ΣΕΝΑ.
Ότι τώρα που το'χασες αντε να το ξαναβρείς.
Ότι όλα τα ωραία τα ωραία κρατάνε λίγο.
Ότι τελικά ή που θ'αλλάξεις σπίτι ή που θα σε πάρουν τα παιδάκια με τα γιλεκάκια απο κεί μέσα.
Ασταδιάλα !
Μετά φταίει ο φονιάς.